Klasifikimi i greqizmave në shqipen e sotme sipas mënyrës së huazimit

Авторы

  • Juljana Kume

Аннотация

Leksiku i shqipes së sotme zotëron një numër relativisht të konsiderueshëm huazimesh nga greqishtja. Zotërimi i greqizmave të tri periudhave historike në shqipe, sikurse dihet, falë fqinjësisë së hershme dhe marrëdhënieve të vazhdueshme ndërmjet dy popujve autoktonë në trojet e veta, ka shtrirë rrezen e tij të përdorimit me një shkallë frekuence normale, kryesisht në ligjërimin bisedor (të përditshëm) dhe atë krahinor të leksikut të shqipes së sotme, dhe madje shumë prej tyre kanë sferë përdorimi në tërë shqipen; sikurse dihet se, vatra e tyre e përdorimit shtrihet në dialektin e toskërishtes dhe aty, sidomos, më të shpeshta në të folmet e skajeve kufitare me greqishten apo në afërsi me minoritetin grek në Shqipëri të Jugut.

Скачивания

Данные скачивания пока недоступны.

Библиографические ссылки

  1. J. Dh. Babiniotis, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Fjalor i greqishtes së re) me komente rreth përdorimit të sigurt të fjalëve. Fjalor i tipit shpjegues, etimologjik, drejtshkrimor, i sinonimisë dhe antonimisë, emrave të përveçëm, emërtimeve shkencore si dhe shkurtesave, Qendra e Leksikologjisë, Botim i dytë, Athinë 2002.

  2. G. Uhlisch, Die neugriechischen Lehnwörter im Albanischen, Berlin, 1964.

  3. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, αφιόνι (το) {αφιον-ιού | -ιών} 1. (λαϊκ.) παπαρούνα από την οποία παράγεται το όπιο- (συνεκδ.) το ίδιο το όπιο (βλ.λ.) 2. (μτφ.) καθετί το οποίο μπορεί να προκαλέσει πνευματικό λήθαργο, να στερήσει από κάποιον το δικαίωμα να σκέπτεται και να αποφασίζει ελεύθερα: χαρακτήρισε την τηλεόραση ως ένα σύγχρονο κοινωνικύ ~ που ναρκώνει συνειδήσεις. ✈ ΣΧΟΛΙΟ λ. αντιδάνειο. [ΕΤΥΜ. Αντιδάν, < μεσν. άφιόνιονκ τουρκ. afyon < αραβ. afyun < μτγν., f. 327.

  4. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, μαντάτο (το) η είδηση, το νέο: μας έφερε άσχημα [ΕΤΥΜ. < μεσν. μαντάτον < μτγν. μανδάτον < λατ. mandatum < ρ. mando παραδίδω, γνωστοποιώ].

  5. J. Dh. Babinioti, “Fjalor i greqishtes së re”, μπάρμπας (o) [ΕΤΥΜ. μεσν., αρχική σημ. .γενειοφόρος., <ιταλ. barba .γενειάδα -σεβάσμιος άνθρωπος. < λατ. barba].

  6. Po aty, shih fusnotën 28.

  7. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, φόλα (η) [ΕΤΥΜ μεσν. < μτγν. φόλλις, -εως < λατ. follis .βαλλάντιο.

  8. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, φούστα (η) [ΕΤΥΜ < ιταλ. fusta, αρχική σημ. .τσόχα, σκληρό ύφασμα., < λατ. fustis .σκυτάλη, ξύλινο ρόπαλο., αγν. ετύμου].

  9. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, φουστάνι (το) [ΕΤΥΜ μεσν. < ιταλ. fustagni (πληθ.) < μεσν. λατ. f.st.neum .είδος σκληρού υφάσματος, τσόχα., υποκ. τού λατ. fustis .σκυτάλη, ξύλινο ρόπαλο., αγν. ετύμου].

  10. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, μαντάτο (το) η είδηση, το νέο: μας έφερε άσχημα [ΕΤΥΜ. < μεσν. μαντάτον < μτγν. μανδάτον < λατ. mandatum < ρ. mando παραδίδω, γνωστοποιώ.]. Fjalori i gr. së re i J. Dh. Babinjotit, f. 1043.

  11. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, κυβερνώ [ΕΤΥΜ. < αρχ. κυβερνώ (-άω), αρχική σημ. .οδηγώ άρμα, πλοίο. (η σημερινή σημ. ήδη αρχ.), < *κυμερνώ (όπως διασώζεται στο κυπρ. ku-me-renai), αγν. ετύμου, πιθ. δάνειο. Το λατ. guberno είναι δάνειο από την Ελλην. Και πέρασε σε ξέν. γλώσσες, πβ. αγγλ. govern], κυβερνών, - ώσα, -ών αυτός που κυβερνά: το κυβερνών κόμμα || η κυβερνώσα παράταξη.

  12. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, κιβούρι (το) [ΕΤΎΜ. < μεσν. κιβούριον < μτγν. κιβώριον, δάνειο πιθ. αιγυπτιακής προελ., όπως επιμαρτυρείται και από την ερμηνεία τής λ. από τον Ησύχιο: .Αίγύπτιον όνομα επί ποτηριού.].

  13. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, μάγγανον [ΕΤΥΜ < αρχ. μάγγανον, αβεβ. ετύμου. Στην Αρχαία συνυπάρχουν οι σημ. .μάγος, φίλτρο. και .ανελκυστική μηχανή. (τεχν. όρ.). Φαίνεται πιθανό ότι η λ. είχε αρχικώς τη σημ. τού .μέσου, μηχανής. είτε ως τεχνικού βοηθήματος είτε ως τεχνάσματος. Στην περίπτωση αυτή, η λ. Θα μπορούσε να συνδεθεί με σανσκρ. manju- .ελκυστικός, αγαπητός., μέσ. ιρλ. meng .απάτη, δόλος., ρωσ. mengach .ύπουλος, προδότης. κ.ά. Σύμφωνα με άλλη άποψη, η λ. ανάγεται σε I.E. *meng- .μαλάσσω, ζυμώνω. και συνδ. με το συνώνυμο αρχ. μάσσω. Η λ. Μάγγανον πέρασε μέσω τού λατ. manganum .μηχανή. και σε άλλες ευρωπ. γλώσσες, πβ. ιταλ. mangano .σφεντόνα., γερμ. Mangel .έλλειψη. κ.ά.].

  14. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, αλισίβα (η) {χωρ. πληθ.} 1. σταχτόνερο (δηλ. νερό βρασμένο με στάχτη) που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στο λούσιμο τού κεφαλιού ή στο πλύσιμο ή (παλαιότ.) για την παρασκευή γλυκών 2. ΧΗΜ. Κάθε ισχυρό αλκαλικό διάλυμα ή στερεό (λ.χ. το υδροξίδιο τού νατρίου). [ΕΤΥΜ. < ά- προθεμ. + ιταλ. lisciva < λατ. lix(i)via < lixa (aqua) .σταχτόνερο.].

  15. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, πρίζα (η) κ. (προφορ.) μπρίζα (η) {χωρ. γεν. πληθ.} [ΕΤΥΜ. < γαλλ. prise .λήψη., ουσιαστικοπ. μτχ. τ. τού p. prendre .λαμβάνω, παίρνω. (< λατ. prehendere | prendere)].

  16. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, παλάτι (το) {παλατ-ιού | -ιών} [ΕΤΥΜ < μτγν. παλάπον < λατ. palatium, από τον ρωμαϊκό Παλατινό λόφο (λατ. Palatinus Collis), όπου βρισκόταν το ανάκτορο τού Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου], f. 1303.

  17. J. Dh. Babinioti, “Fjalor i greqishtes së re”, κελλί (το) [ΕΤΥΜ. < μτγν. κελλίον, υποκ. τού κέλλα < λατ. cella .θάλαμος, μικρό δωμάτιο.].

  18. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, f. 327.

  19. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, κουνέλι (το) [ΕΤΥΜ. μεσν. < ιταλ. coniglio (διαλεκτ. cunelo) < λατ. cuniculus, πιθ. ιβηρ. προελ., πβ. βασκ. kui-untxi (όπου -txi υποκ. επίθημα)].

  20. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, μανάρι (το) {μαναρ-ιού | -ιών} 1. Αρνί που τρέφεται στο σπίτι και προορίζεται για σφαγή ΣΥΝ. θρεφτάρι 2. (ως χαϊδευτική προσφώνηση) για τη δήλωση στοργής ή ερωτικού πόθου. — (υποκ.) μαναράκι (το), (μεγεθ.) μανάρα (η). [ΕΤΥΜ. < αρωμ. manar(u) .οικόσιτο αρνί. < μτγν. λατ. manuarius .αυτός που τρέφεται από το χέρι κάποιου. (ήδη τον 7ο αι. η σημ. .οικόσιτο ζώο., για αρνί, άλογο ή αίγα) < λατ. manus .χέρι.. Όμοια η προέλευση τού αντίστοιχου αλβ. manar. H παραγωγή από τ. *άμνάριον δεν είναι πιθανή], f. 1040.

  21. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, χουγιάζω ρ. αμετβ. {χούγιαξα} (διαλεκτ.) φωνάζω δυνατά από απόσταση. — χούγιασμα κ. χουγιαχτό (το). [ΕΤΥΜ. < σλαβ. huj(ati), με προσαρμογή κατά τα ρ. σε -άζω].

  22. Shumë fjalë dhe terma fetarë Fjalori i ’80 ose nuk i ka ose i ka shënuar të vjetruar, sepse në kohën kur është hartuar fjalori, praktikimi i fesë ishte i ndaluar, prandaj nuk është përdorur në terminologjinë e asaj fushe. Sot një pjesë e atyre fjalëve të shënuara të vjetruara janë riaktivizuar dhe janë bërë pjesë e leksikut terminologjik të asaj sfere. Në Fjalorin e ’80 ka kuptimin “ashtu qoftë”, e cila përdorej në mbarimin e lutjeve ose të shërbesave fetare.

  23. J. Dh. Babiniotis, “Fjalor i greqishtes së re”, άρματα (τα) {αρμάτων} το σύνολο τού οπλισμού, τα όπλα: .για να ζωστούμε τ' και τα χρυσά τσαπράζια. (Κ. Κρυστάλλης) || στ'άρματα, στ' άρματα! (στα όπλα!). ΦΡ. ρίχνω τ' άρματα παραδίδομαι. ✈ ΣΧΟΛΙΟ λ. άρμα, ομόηχα. [ΕΤΥΜ. μεσν. < λατ. arma .όπλα.]. αρματώνω ρ. μετβ. [μεσν.] {αρμάτω-σα, -θηκα, -μένος} (λογοτ.) 1. εφοδιάζω με πολεμικό υλικό, εξοπλίζω: αρματώθηκε σαν αστακός • 2. (λαϊκ.) (α) (για πλοίο) εξασφαλίζω τον εξαρτισμό ιστιοφόρου πλοίου (αρματωσιά) για ταξίδι: βάρκα θ' αρματώσω ANT. ξαρματώνω (β) (για δίχτυ) προσαρμόζω στο δίχτυ τα σχοινιά, μαζί με τους φελλούς και τα βαρίδια. — αρμάτωμα (το) [μεσν.]. αρματωσιά (η) [μεσν.] 1. ο οπλισμός ενόπλου. 2. ο εξαρτισμός ιστιοφόρου πλοίου. αρμέ επίθ. {άκλ.} ΤΕΧΝΟΛ. ενισχυμένος, οπλισμένος. Μόνο για το μπετόν (σκυρόδεμα) (βλ. λ. μπετόν, σκυρόδεμα, οπλίζω). [ΕΤΥΜ. < γαλλ. arm. .οπλισμένος. < p. armer < arme .όπλο. (< λατ. arma)].

Загрузки

Опубликован

2017-12-09

Как цитировать

Kume, J. (2017). Klasifikimi i greqizmave në shqipen e sotme sipas mënyrës së huazimit. Studime Filologjike, 1(3-4), 163–194. извлечено от https://albanica.al/studime_filologjike/article/view/3654

Выпуск

Раздел

Artikuj